Αναζήτηση
  • EAEP CORFU

ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΣΤΟ ΝΕΡΟ

Γενικά

Η λέξη βάπτισμα προέρχεται από το ρήμα βάπτω/βαπτίζω που σημαίνει «βυθίζω συχνά ή έντονα, βουτάω, καταδύω». Στην Καινή Διαθήκη η βάπτιση πρώτη φορά εμφανίζεται από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Αυτή τη βάπτιση την είχαν λάβει οι μαθητές και Απόστολοι του Χριστού αλλά και ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός (ΜΑΤΘ γ:13-16). Το βάπτισμα του Ιωάννη υπήρξε πρόδρομος του βαπτίσματος της εκκλησίας, αλλά είχε διαφορετικό περιεχόμενο και έννοια σε σχέση με το Χριστιανικό βάπτισμα. Ο σκοπός του ήταν η προετοιμασία για τον ερχομό του Μεσσία και η μετάνοια των πιστών Ιουδαίων. Στην συνέχεια ο Κύριος καθιερώνει το βάπτισμα της σωτηρίας. Σε κανένα απολύτως χωρίο στην Αγία Γραφή δεν βλέπουμε το βάπτισμα να έχει κάποια σχέση με την ονοματοδοσία.

Το βάπτισμα είναι εντολή του Κυρίου Ιησού Χριστού και έχει σωτηριακή σημασία

ΜΑΡΚ ις:15 “Και είπε προς αυτούς· Υπάγετε εις όλον τον κόσμον και κηρύξατε το ευαγγέλιον εις όλην την κτίσιν. 16 Όστις πιστεύση και βαπτισθή θέλει σωθή, όστις όμως απιστήση θέλει κατακριθή”

Με βάση αυτά που διαβάζουμε παραπάνω στο λόγο του Θεού, όποιος και κυρίως όταν (όποτε) πιστέψει στον Ιησού Χριστό, πρέπει να βαπτιστεί για να έχει σωτηρία. Αν κάποιος δεχτεί το λόγο του Θεού αλλά δεν θέλει για δικούς του λόγους να τον εκτελέσει και δεν βαπτίζεται, σημαίνει ότι δεν τον έχει δεχτεί με όλη του τη καρδιά και σίγουρα όχι ως λόγο Θεού, καθώς είναι. Αν πιστεύουμε ότι το παραπάνω εδάφιο είναι Θεόπνευστος Λόγος, δεν πρέπει να αμελήσουμε να τον εκτελέσουμε αμέσως μόλις πιστέψουμε.

…Όστις πιστεύση και βαπτισθή θέλει σωθή… Με τον λόγο αυτό, η Γραφή μας πληροφορεί δύο πράγματα. (1) Η αναγέννηση που είναι η μεταστροφή του απίστου ανθρώπου σε πιστό, πρέπει υποχρεωτικά να προηγείται του βαπτίσματος. Αν κάποιος βαπτιστεί χωρίς να έχει πιστέψει, το βάπτισμα δεν είναι έγκυρο. (2) Το βάπτισμα έχει σωτηριακή σημασία. Έτσι συμπεραίνουμε ότι είναι υποχρεωτικό βήμα που πρέπει να κάνει ο άνθρωπος αφού πιστέψει για να ολοκληρωθεί η σωτηρία του.

… όστις όμως απιστήση θέλει κατακριθή… Ο λόγος του Θεού μας προειδοποιεί ότι αν κάποιος δεν βαπτιστεί, αυτό σημαίνει ότι απιστεί και τότε θα κατακριθεί.

Η σωτηριακή σημασία του βαπτίσματος φαίνεται και στα εδάφια:

Α’ ΠΕΤ γ:21 “Του οποίου αντίτυπον ον το βάπτισμα, σώζει και ημάς την σήμερον, ουχί αποβολή της ακαθαρσίας της σαρκός, αλλά μαρτυρία της αγαθής συνειδήσεως εις Θεόν, διά της αναστάσεως του Ιησού Χριστού,” …

ΕΦΕΣ ε:26 “δια να αγιάσει αυτήν, καθαρίσας με το λουτρόν του ύδατος διά του λόγου,”

Θεμελιώδης αρχή της πρώτης εκκλησίας, να προηγείται η πίστη

ΠΡΑΞ β:37 “Αφού δε ήκουσαν ταύτα, ήλθεν εις κατάνυξιν η καρδία αυτών, και είπον προς τον Πέτρον και τους λοιπούς αποστόλους· Τι πρέπει να κάμωμεν, άνδρες αδελφοί; 38 Και ο Πέτρος είπε προς αυτούς· Μετανοήσατε, και ας βαπτισθή έκαστος υμών εις το όνομα του Ιησού Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών, …  41 Εκείνοι λοιπόν μετά χαράς δεχθέντες τον λόγον αυτού εβαπτίσθησαν, και προσετέθησαν εν εκείνη τη ημέρα έως τρεις χιλιάδες ψυχαί.”

Εδώ βλέπουμε ξανά ότι το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνει κάποιος αφού πιστέψει, είναι να μετανοήσει, δηλαδή να αποκτήσει πλήρη συναίσθηση της αμαρτίας του και να εννοήσει ότι βαδίζει για την αιώνια απώλεια. Με συντριβή καρδιάς πρέπει να εξομολογηθεί στον Θεό την αμαρτία του και να ζητήσει συγχώρεση. Αφού λοιπόν προηγηθεί η πίστη, ακολουθεί η μετάνοια και τέλος η σωτηρία σφραγίζεται με το βάπτισμα.

Με το παραπάνω εδάφιο αλλά και με πλήθος άλλων εδαφίων στην Αγία Γραφή, βλέπουμε ότι το βάπτισμα ήταν θεμελιώδης πρακτική της πρώτης αποστολικής εκκλησίας και εννοείται ότι η εκκλησία των εσχάτων ημερών δεν μπορεί να αποκλίνει από το λόγο του Θεού.

Όπως και στο παραπάνω εδάφιο, βλέπουμε παντού στην Αγία Γραφή, η πίστη του ανθρώπου να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να ακολουθήσει το σωτήριο βάπτισμα.

ΠΡΑΞ η:36 “Και καθώς εξηκολούθουν την οδόν, ήλθον εις το ύδωρ, και λέγει ο ευνούχος· Ιδού ύδωρ· τι με εμποδίζει να βαπτισθώ; 37 Και ο Φίλιππος είπεν· Εάν πιστεύης εξ όλης της καρδίας, δύνασαι. Και αποκριθείς είπε· Πιστεύω ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού. 38 Και προσέταξε να σταθή η άμαξα, και κατέβησαν αμφότεροι εις το ύδωρ, ο Φίλιππος και ο ευνούχος, και εβάπτισεν αυτόν. 39 Ότε δε ανέβησαν εκ του ύδατος, Πνεύμα Κυρίου ήρπασε τον Φίλιππον, και δεν είδεν αυτόν πλέον ο ευνούχος· αλλ’ επορεύετο την οδόν αυτού χαίρων.”

Και σε αυτό το χωρίο της Γραφής βλέπουμε ότι ο ευνούχος πριν το βάπτισμα έπρεπε να ομολογήσει τη πίστη του στον Ιησού Χριστό.

Στο βάπτισμα, ο πιστός ενταφιάζει τον παλαιό άνθρωπο και ανασταίνεται σε νέα ζωή

ΡΩΜ ς:3 “ Η αγνοείτε ότι όσοι εβαπτίσθημεν εις Χριστόν Ιησούν, εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν; 4 Συνετάφημεν λοιπόν μετ’ αυτού διά του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα καθώς ο Χριστός ανέστη εκ νεκρών διά της δόξης του Πατρός, ούτω και ημείς περιπατήσωμεν εις νέαν ζωήν. 5 Διότι εάν εγείναμεν σύμφυτοι με αυτόν κατά την ομοιότητα του θανάτου αυτού, θέλομεν είσθαι και κατά την ομοιότητα της αναστάσεως, 6 τούτο γινώσκοντες, ότι ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη, διά να καταργηθή το σώμα της αμαρτίας, ώστε να μη ήμεθα πλέον δούλοι της αμαρτίας· 7 διότι ο αποθανών ηλευθερώθη από της αμαρτίας. 8 Εάν δε απεθάνομεν μετά του Χριστού, πιστεύομεν ότι και θέλομεν συζήσει μετ’ αυτού,”

ΚΟΛ β:12 “συνταφέντες μετ’ αυτού εν τω βαπτίσματι, διά του οποίου και συνανέστητε διά της πίστεως της ενεργείας του Θεού, όστις ανέστησεν αυτόν εκ των νεκρών.”

Ο άνθρωπος που βαπτίζεται, θάβει (ενταφιάζει) τον «παλιό άνθρωπο» που κουβαλούσε πάνω του την αμαρτία. Βγαίνοντας από το νερό, είναι σα να ανασταίνεται για να ζήσει τη νέα, αναστημένη ευλογημένη ζωή μαζί με τον Ιησού Χριστό, όντας πλέον μέλος του σώματός Του, της Εκκλησίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα ξανακάνει σφάλματα, πράγμα βέβαιο όσο είμαστε στη γη αυτή, αλλά αυτό απλά σημαίνει ότι η φύση μας έχει αλλάξει και ενώ παλιά ζούσαμε για την αμαρτία, τώρα πια ζούμε για τον Χριστό.

Το βάπτισμα, είναι μια δημόσια ομολογία της πίστεως

Α’ ΠΕΤ γ:21 “Του οποίου αντίτυπον ον το βάπτισμα, σώζει και ημάς την σήμερον, ουχί αποβολή της ακαθαρσίας της σαρκός, αλλά μαρτυρία της αγαθής συνειδήσεως εις Θεόν, διά της αναστάσεως του Ιησού Χριστού,”

Όταν κάποιος πιστέψει στο Χριστό και τον δεχτεί σαν προσωπικό του σωτήρα, το βάπτισμα που κάνει αποκτά μια δημόσια ομολογία της πίστης του. Είναι η δημόσια μαρτυρία που δίνει ο άνθρωπος ενώπιον πάντων ότι απέκτησε αγαθή συνείδηση στον Θεό.

Ο σωστός τρόπος βαπτίσματος είναι με τη καταβύθιση στο νερό

ΜΑΤΘ γ:16 “Και βαπτισθείς ο Ιησούς ανέβη ευθύς από του ύδατος· και ιδού, ηνοίχθησαν εις αυτόν οι ουρανοί, και είδε το Πνεύμα του Θεού καταβαίνον ως περιστεράν και ερχόμενον επ’ αυτόν·”

ΠΡΑΞ η:39 “Ότε δε ανέβησαν εκ του ύδατος, Πνεύμα Κυρίου ήρπασε τον Φίλιππον, και δεν είδεν αυτόν πλέον ο ευνούχος· αλλ’ επορεύετο την οδόν αυτού χαίρων.”

Και στα δύο παραπάνω εδάφια, υπάρχει η φράση «ανέβη εκ του ύδατος», που σημαίνει ότι είχε προηγηθεί η καταβύθιση του βαπτιζομένου στο νερό.

Περί νηπιοβαπτισμού

ΠΡΑΞ η:12 “Ότε όμως επίστευσαν εις τον Φίλιππον ευαγγελιζόμενον τα περί της βασιλείας του Θεού και του ονόματος του Ιησού Χριστού, εβαπτίζοντο άνδρες τε και γυναίκες.”

Προσοχή πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι οι περισσότεροι Έλληνες, έχουμε βαπτιστεί ως νήπια. Η Εκκλησία του Χριστού, μετά από αρκετούς αιώνες αγιασμού και καθαρότητας, συμβιβάστηκε με τον κόσμο. Η κοσμική και πολιτική εξουσία κατάφερε να θέσει την εκκλησία στην υπηρεσία των συμφερόντων της. Η δύναμη του κράτους ταυτίστηκε με τη δύναμη της εκκλησίας και οι άνθρωποι ακόμα και με τη βία υποχρεωνόταν χωρίς να έχουν πραγματικά πιστέψει, να ασπάζονται το Χριστιανισμό και να βαπτίζονται Χριστιανοί. Αυτό σήμανε τη μαζική εισροή ειδωλολατρών και απίστων ανθρώπων στη Χριστιανική Εκκλησία με αποτέλεσμα οι άνθρωποι αυτοί να φέρνουν μέσα στην εκκλησία όλες τις ειδωλολατρικές τους συνήθειες και να χαθεί ο αγιασμός της εκκλησίας. Έτσι ήλθε η πνευματική πτώση και οι δούλοι του Χριστού, άρχισαν να αποκτούν κοσμική εξουσία, να ντύνονται με χρυσές στολές όπως ακριβώς η κοσμική εξουσία και να συμπεριφέρονται με απαράδεκτους για την εκκλησία του Χριστού τρόπους. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της απείθειας στο λόγο του Θεού. Ήταν εκεί, γύρω στον έκτο αιώνα που η εκκλησία αποφάσισε να βαπτίζει όχι μόνο τους απίστους με τη βία, αλλά ακόμη και τα νήπια ώστε να αυξηθεί στα χαρτιά ο αριθμός των καταγεγραμμένων πιστών και άρα ο αριθμός των υπηκόων της αυτοκρατορίας.

Υπήρχε όμως μια μεγάλη δογματική δυσκολία. Είχε ήδη από τον τρίτο αιώνα θεσμοθετηθεί το σύμβολο της πίστεως, από την ενωμένη και αδιάσπαστη Αγία εκκλησία, με σκοπό να διακρίνεται ο πραγματικός Χριστιανός από τον αιρετικό. Λέει λοιπόν το σύμβολο της πίστεως «ομολογώ έν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών». Το νήπιο όμως δεν μπορεί να ομολογήσει. Πως λοιπόν θα μπορούσε να ξεπεραστεί αυτή η δογματική δυσκολία? Αποφάσισαν λοιπόν να εφεύρουν το θεσμό του «νονού ή αναδόχου». Θα έβαζαν κάποιον άλλο να ομολογήσει στη θέση του νηπίου τη μελλοντική πίστη του νηπίου και ο οποίος θα αναλάβει αργότερα να οδηγήσει το νήπιο στο Χριστό, με τα γνωστά ολέθρια αποτελέσματα. Έτσι έχουμε τη τραγική εικόνα να έχουν γεμίσει τα πορνεία και οι φυλακές με βαπτισμένους δήθεν Χριστιανούς. Η παράβαση του Λόγου του Θεού, θα μας φέρει στην ανάγκη να εφευρίσκουμε ανόητες αντιβιβλικές πρακτικές για να καλύπτουμε η παράβασή μας.

…εβαπτίζοντο άνδρες τε και γυναίκες… Στη Αγία Γραφή, είναι σαφές ότι μόνο άνδρες και γυναίκες εβαπτίζοντο, καθώς και τέκνα που ήταν σε θέση να δεχτούν τη πίστη με τη θέλησή τους. Αυτός είναι και ο λόγος που έχουμε αναφορές ότι βαπτιζόταν όλος ο οίκος κάποιων ανθρώπων:

ΠΡΑΞ ις:15 “Αφού δε εβαπτίσθη αυτή και ο οίκος αυτής, …”

Γι’ αυτό, έχουμε αποφασίσει να δεχόμαστε το λόγο του Θεού ως καταστατικό της ζωής μας και των αποφάσεών μας. Έτσι γλυτώνουμε από πολλές παγίδες του εχθρού της ψυχής του ανθρώπου. Για την εκκλησία του Χριστού, ο νηπιοβαπτισμός είναι εντελώς άκυρος. Αν λοιπόν κάποιος άνθρωπος που τον βαφτίσανε με το ζόρι (δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς) μεγάλωσε μέσα στην αμαρτία και αργότερα γνώρισε τον Χριστό, πρέπει να εκτελέσει το βάπτισμα, το οποίο είναι και το πρώτο βάπτισμα που κάνει (δεν ξαναβαπτίζεται δηλαδή), διότι το πρώτο που έκανε ως νήπιο, είναι άκυρο και δεν το λαμβάνει ο Θεός υπ’ όψη του, εφόσον δεν έγινε αυτοβούλως.

Τα τέκνα των πιστών τα οποία λαμβάνουν μέρος στη λειτουργία της εκκλησίας, μπορούν να βαπτιστούν στο νερό εφόσον είναι σε ηλικία να μπορέσουν να αποφασίσουν μόνα τους ότι δέχονται τον Ιησού Χριστό σαν προσωπικό τους σωτήρα. Ακόμη, εφόσον βαπτιστούν στο Άγιο Πνεύμα και οι πρεσβύτεροι διακρίνουν ότι πρόκειται για γνήσιο βάπτισμα εν Πνεύματι Αγίω, τότε μπορούν να βαπτίζονται.

ΠΡΑΞ ι:47 “Μήπως δύναται τις να εμποδίση το ύδωρ, ώστε να βαπτισθώσιν ούτοι, οίτινες έλαβον το Πνεύμα το Άγιον καθώς και ημείς; 48 Και προσέταξεν αυτούς να βαπτισθώσιν εις το όνομα του Κυρίου.”

Από την ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ:

Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που προκάλεσε διχογνωμία κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ήταν ο νηπιοβαπτισμός. … Ο Τερτυλλιανός αποδοκίμαζε την πρακτική του βαπτίσματος νηπίων και προάσπισε την άποψη ότι θα έπρεπε να ενηλικιωθούν πρώτα: «Fiant Christiani cum Christum nosse potuerint», δηλαδή «ας γίνονται Χριστιανοί [δηλ. να βαφτίζονται] τα παιδιά όταν είναι πλέον σε θέση να γνωρίσουν τον Χριστό».

… Από τον 3ο αιώνα η εκκλησία άρχισε να καθιερώνει το νηπιοβαπτισμό. Εντούτοις, δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία υπέρ του νηπιοβαπτισμού πριν από τον 3ο αιώνα ενώ είναι προφανές ότι όλες οι αρχαίες βαπτιστήριες λειτουργίες αφορούσαν το βάφτισμα ενηλίκων. Ως τον 6ο αιώνα το αργότερο καθιερώθηκε ευρύτερα το βάπτισμα νηπίων, καθώς και η υποχρέωση ότι το νήπιο θα ακολουθούσε την πίστη, καθώς ένας ενήλικος Χριστιανός, ο λεγόμενος «ανάδοχος», αναλάμβανε εν ονόματι του νηπίου την υποχρέωση να ακολουθήσει ως ενήλικος την χριστιανική πίστη και προσωποποιούσε την ευθύνη του όλου σώματος της τοπικής εκκλησίας για την ορθή κατήχηση του νέου μέλους της. Το έθιμο του νηπιοβαπτισμού σύντομα μετά τη γέννηση του νηπίου διαδόθηκε ευρύτερα κατά τον 10ο και 11ο αιώνα και έγινε γενικότερα αποδεκτό κατά τον 13ο αιώνα.

Ο υποχρεωτικός βαπτισμός —νηπίων και ενηλίκων— αλλά και ο εξαναγκασμός ειδωλολατρικών και έτερων χριστιανικών ομάδων ώστε να εκχριστιανιστούν μέσω βαφτίσματος μαρτυρείται ήδη από τον 6ο αιώνα στον Ιουστινιανό Κώδικα που εκδόθηκε από τον Ιουστινιανό Α’, όπου ορίζονταν δια νόμου ότι «όλα τα μικρά παιδιά πρέπει να δέχονται το σωτήριο βάπτισμα αμέσως και χωρίς καμία αναβολή».

Οι Αποστολικοί Πατέρες μας διδάσκουν:

Ο μέγας Βασίλειος βαπτίσθηκε 28 ετών, ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός 30 ετών, ο Γρηγόριος Νύσσης 29 ετών, ο Ιωάννης Χρυσόστομος 20 ετών, ο Ιερώνυμος 18 ετών, ο Αμβρόσιος 40 ετών, ο Αυγουστίνος 28 ετών, κ.ο.κ.

Γιατί η ευσεβής αγία Ανθούσα δεν φρόντισε να βαπτισθεί νήπιο ο Ιωάννης Χρυσόστομος; Γιατί η αγία Μόνικα δεν βάπτισε νήπιο τον γιό της Αυγουστίνο; Γιατί ο επίσκοπος πατέρας του Γρηγορίου Νύσσης και η μητέρα του αγία Νόννα δεν τον βάπτισαν νήπιο; Διότι προφανώς δεν πίστευαν στις Μεσαιωνικές θεολογίες ότι τα νήπια «βρίσκονται σε ειδωλολατρική κατάσταση», ότι «τα νήπια αβάπτιστα πηγαίνουν στην κόλαση», και στις Ωριγενιστικές πλάνες ότι «πρέπει να φύγει το προπατορικό αμάρτημα», κ.α.

25 προβολές0 σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων

ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

ΙΕΡ 9:13 Και είπε Κύριος, Διότι εγκατέλειπον τον νόμον μου, τον οποίον έθεσα έμπροσθεν αυτών, και δεν υπήκουσαν εις την φωνήν μου, και δεν περιπάτησαν εν αυτώ∙ 14 αλλά περιεπάτησαν οπίσω της ορέξεως τ